Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: καβαδούρα
1 item total
καβαδούρα η [kavaδúra] Ο25α : (ραπτ.) το τελείωμα που έχει στον ώμο μια αμάνικη μπλούζα ή ένα φόρεμα.

[μσν. καβάδ(ι) `πολυτελές ένδυμα με μακριά μανίκια΄ (περσ. προέλ.) -ούρα]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go