Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: ισονομία
1 item total
ισονομία η [isonomía] Ο25 : (δίκ.) η ισότητα των πολιτών ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους· ισότητα· (πρβ. ισοπολιτεία): H απονομή τίτλων ευγένειας ή διάκρισης αποτελεί παραβίαση της αρχής της ισονομίας.

[λόγ. < αρχ. ἰσονομία `ισότητα πολιτικών δικαιωμάτων΄ (περίπου αντίστοιχο του σημερινού όρου δημοκρατία)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go