Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: ιβουάρ
1 εγγραφή
ιβουάρ [ivuár] Ε (άκλ.) : που έχει το χρώμα του ελεφαντόδοντου· μπεζ ανοιχτός. || (ως ουσ.) το ιβουάρ, το ιβουάρ χρώμα.

[λόγ. < γαλλ. ivoir]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες