Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: ηφαίστειο
5 items total [1 - 5]
ηφαίστειο το [iféstio] Ο40 : 1. ρήγμα του στερεού φλοιού της γης, από το οποίο βγαίνουν κατά καιρούς με εκρήξεις διάφορα υλικά, στερεά, υγρά και αέρια, σε διάπυρη κατάσταση, και το οποίο παίρνει συνήθ. τη μορφή κωνικού λόφου: Λάβα / κρατήρας ηφαιστείου. ~ ενεργό* ή εν ενεργεία. Σβησμένο* ~. Tο ~ άρχισε να ενεργοποιείται. Έκρηξη ηφαιστείου. Yποθαλάσσια ηφαίστεια. || ΦΡ καθόμαστε πάνω σ΄ ένα ~, για επικίνδυνη και εκρηκτική κατάσταση που εγκυμονεί κινδύνους. 2. (μτφ.) για γυναίκα με εκρηκτική ιδιοσυγκρασία και εξαιρετικά θερμή στην ερωτική της συμπεριφορά: Tι γυναίκα είναι αυτή! Σωστό ~!

[λόγ. Ήφαιστ(ος) -ειον, δηλ. ως επίθ. του Ήφαιστου μτφρδ. λατ. Volcanus, Vulcanus (= Ήφαιστος, `που ανήκει στον Ήφαιστο΄ > μσν. ιταλ. Volcanus, Vulcanus, ονομασία των νησιών όπου ανήκει η Aίτνα με το “εργαστήρι του Ήφαιστου”) > ισπαν. volcan (για βουνά της Aμερικής απ΄ όπου αναβλύζει λάβα) > γαλλ. vulcan ή ιταλ. volcano, vulcano `ηφαίστειο΄ (πρβ. αρχ. Ἡφαιστεῖον `ναός του Ήφαιστου΄)]

ηφαιστειογενής -ής -ές [ifestiojenís] Ε10 : που έχει σχηματιστεί από ηφαιστειακή έκρηξη, που προέρχεται από ηφαιστειακή ενέργεια: Hφαιστειογενές έδαφος. ~ χώρα. Hφαιστειογενείς σεισμοί.

[λόγ. ηφαίστει(ον) -ο- + -γενής απόδ. γαλλ. volcanique]

ηφαιστειολογία η [ifestiolojía] Ο25 : κλάδος της γεωλογίας που ασχολείται με τα ηφαίστεια και τα ηφαιστειακά φαινόμενα.

[λόγ. ηφαίστει(ον) -ο- + -λογία μτφρδ. γαλλ. volcanologie (-logie = -λογία)]

ηφαιστειολόγος ο [ifestiolóγos] Ο18 θηλ. ηφαιστειολόγος [ifestiolóγos] Ο35 : επιστήμονας που ασχολείται με την ηφαιστειολογία.

[λόγ. ηφαιστειο(λογία) -λόγος μτφρδ. γαλλ. volcanologue (-logue = -λόγος)· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

ηφαιστειότητα η [ifestiótita] Ο28 : το σύνολο των φαινομένων που προκάλεσαν ή προκαλούν την έκρηξη ηφαιστείων.

[λόγ. ηφαίστει(ον) -ότης > -ότητα μτφρδ. γαλλ. volcanisme (-isme = -ισμός)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go