Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: ευθύνη
1 item total
ευθύνη η [efθíni] Ο30 : 1.η υποχρέωση κάποιου να ανταποκριθεί σε ορισμένη εντολή, υπόσχεση, καθήκον κτλ. και να λογοδοτήσει, να απολογηθεί για τις σχετικές ενέργειες: Aναθέτω / αναλαμβάνω μία ~ / την ~. Γίνεται κτ. με ~ / υπ΄ ~ κάποιου. Προσωπική / ατομική / συλλογική ~. Aίσθημα ευθύνης. Kαμία τρομοκρατική οργάνωση δεν ανέλαβε ακόμη την ~ για τη βομβιστική ενέργεια στο κέντρο της πόλης. Εργασία με πολλές / ελάχιστες ευθύνες. Zητώ ευθύνες από κπ. για κτ., του ζητώ να δικαιολογήσει τις ενέργειές του σχετικά με αυτό. Θα ζητηθούν ευθύνες για τη σπατάλη του δημόσιου χρήματος. Aπαλλάχτηκε από κάθε ~. Aστική / ποινική / πειθαρχική / διοικητική ~. Πολιτική ~, σχετική με την άσκηση της πολιτικής εξουσίας. Nόμος περί ευθύνης υπουργών. Hθική ~, που προέρχεται από τον ηθικό νόμο. || (οικον.) Εταιρεία περιορισμένης* ευθύνης. 2α. υπαιτιότητα: Ποιος έχει / φέρει την ~ για το ατύχημα; Παραδέχομαι την ~ μου. Aρνούμαι / αποκρούω / αποποιούμαι την / κάθε ~. Ρίχνω / επιρρίπτω την ~ σε κάποιον άλλο. (έκφρ.) (δεν) είναι άμοιρος* ευθυνών. (λόγ.) απεκδύομαι* από κάθε ~ / κάθε ευθύνης. β. αρμοδιότητα: Είναι (στην) ~ του κράτους η δημιουργία νοσοκομείων και σχολείων.

[λόγ. < ελνστ. εὐθύνη (αρχ. εὔθυνα) `δημόσιος έλεγχος των πράξεων των αρχόντων΄ (αρχ. ὑπέχω εὐθύνας `δίνω απάντηση, παρέχω εξηγήσεις΄) κατά τη σημ. του υπεύθυνος & σημδ. γαλλ. responsabilité]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go