Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: εποπτεία
1 item total
εποπτεία η [epoptía] Ο25 : 1.επίσημη παρακολούθηση, έλεγχος με σκοπό τη διαπίστωση αν κάποιος ενεργεί ή αν κτ. είναι ή λειτουργεί όπως πρέπει: Έχω / ασκώ ~ σε κπ. / σε κτ. Yπό την / με την ~ κάποιου. H αντιπολίτευση ζητά να γίνουν οι εκλογές υπό την ~ διεθνούς επιτροπής. Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης θα έχει την ~ των οικονομικών υπουργείων. Tο κράτος ασκεί ~ στους δημόσιους οργανισμούς. 2α. παρακολούθηση και γνώση ενός αντικειμένου: Δε γνωρίζει σε βάθος το θέμα, έχει όμως ~ της σχετικής βιβλιογραφίας. Ευρεία / γενική ~. β. (ψυχ.) η γνώση που προέρχεται από τις αισθήσεις καθώς και η άρτια και καθαρή παράσταση.

[λόγ.: 1: ελνστ. ἐποπτεία `θεώρηση΄ σημδ. γαλλ. inspection· 2: σημδ. γερμ. ῦbersicht]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go