Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: εν-
1 item total
εν- [en], πριν από φωνήεν ή οδοντικό ή συριστικό σύμφωνο ή [n] & εμ- [em], πριν από χειλικό σύμφωνο ή [m] & εγ- [eŋ], πριν από υπερωικό σύμφωνο & ελ- [el], πριν από [l] & ερ- [er] συχνά, πριν από [r] & έν- [én], έμ- [ém], έγ- [éŋ], έλ- [él], έρ- [ér] αντίστοιχα, όταν ο τόνος ανεβαίνει στο πρόθημα : η λόγια πρόθεση εν ως πρόθημα για τη δήλωση ποικίλων επιρρηματικών σχέσεων. I. δηλώνει συνήθ. τόπο. 1. μέσα σε αυτό που εκφράζει ή συνεπάγεται η πρωτότυπη λέξη: εγκιβωτίζομαι, εγκλωβίζω, ελλιμενίζομαι, εναποθηκεύω, ενσταλάζω· εναποθήκευση· ενδημικός. || χρονικά: εμπρόθεσμος. 2. ανάμεσα σε: ενσωματώνω, εντάσσω· ένταξη. || μεταξύ αυτών που εκφράζει ή συνεπάγεται η πρωτότυπη λέξη: εμφύλιος. 3. επάνω σε: ενθρονίζω. II. σε προσδιοριστικά επίθετα και τα παράγωγά τους δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο: 1. γίνεται ή εμφανίζεται με τον τρόπο που εκφράζει ή συνεπάγεται η πρωτότυπη λέξη: έμμισθος, έμπρακτος, ένδικος, έντεχνος (π.χ. εμπύρετο νόσημα, νόσημα που συνοδεύεται από πυρετό). || ένρινος και έρρινος· ενρινότητα και ερρινότητα. 2. έχει αυτό που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: έγχορδος, έλλογος, έμπειρος, έμψυχος, ενάρετος, ένοπλος. 3. (επιτατικά) χαρακτηρίζεται από την ύπαρ ξη σε μεγάλο βαθμό του στοιχείου που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: έναστρος· εναγώνιος, εμπαθής, ένθερμος. III. χωρίς να έχει στα νέα ελληνικά κάποια εμφανή σημασία: ενισχύω, ενδιαφέρομαι, ενοχλώ, ελλείπω· ενοχή, ενόχληση.

[λόγ. < αρχ. ἐν- (και ἐμ-, ἐγ-, ἐλ-, ἐρ- ανάλογα με το σύμφ. που ακολουθεί) < πρόθ. ἐν `μέσα σε΄ ως α' συνθ.: αρχ. ἐμ-βαίνω (δες μπαίνω), ἐν-υπάρχω, ἐμ-πνέω, ἐγ-χαράσσω, ἐν-σωματῶ, ἐν-άλιος & διεθ. en- < αρχ. ἐν-: εν-τροπία < en- + -tropy & μτφρδ.: έμ-φραγμα < νλατ. infarctus, εν-αποθηκεύω < γαλλ. emmagasiner· το α' συνθ. περιορίστηκε σε λειτουργία προθήματος και στη σημερ. μορφή της γλ. τα περισσότερα παράγωγα δεν αναλύονται πια]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go