Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: διαιτα
2 εγγραφές [1 - 2]
δίαιτα 1 η [δíeta] Ο27α γεν. και διαίτης στη σημ. 2β : τρόπος ή σύστημα διατροφής και ζωής: Ελαφριά / αυστηρή / θεραπευτική ~. ~ των αστροναυτών. 1. σύστημα διατροφής και διαβίωσης που καθορίζεται από γιατρό, για θεραπευτικούς σκοπούς: Ο γιατρός μού επέβαλε αυστηρή ~ για το στομάχι μου. 2α. περιορισμός και έλεγχος στην ποσότητα και την ποιότητα του φαγητού με σκοπό να μειωθεί το βάρος: ~ αδυνατίσματος. Εξαντλητική / αποτελεσματική / χημική ~. Kάνει ~ για να διατηρεί τη σιλουέτα της. Δεν μπορώ να κάνω ~, γιατί έχω αναιμία. β. (γεν.) διαίτης, ως χαρακτηρισμός τροφίμων με λίγες θερμίδες, κατάλληλων για δίαιτα: Γιαούρτια διαίτης.

[λόγ. < αρχ. δίαιτα]

δίαιτα 2 η : (ιστ.) συνέλευση αντιπροσώπων για εθνικά θέματα σε ορισμένες χώρες· κοινοβούλιο, τοπική βουλή: H Δίαιτα της Ελβετίας / της Πολωνίας / της Iαπωνίας.

[λόγ. < μσνλατ. diéta (ή μέσω του γαλλ. diète) < λατ. dies `ημέρα΄ σημδ. γερμ. Tag `ημέρα (συνέλευσης)΄, παρετυμ. (αντί π.χ. δίητα) αρχ. δίαιτα (στη σημ.: `οίκημα΄)]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες