Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: δήγμα
1 εγγραφή
δήγμα το [δíγma] Ο48 : (λόγ.) δάγκωμα, τσίμπημα (εντόμων).

[λόγ. < αρχ. δῆγμα]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες