Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: δέρνω
1 εγγραφή
δέρνω [δérno] -ομαι Ρ αόρ. έδειρα, απαρέμφ. δείρει, παθ. αόρ. δάρθηκα, απαρέμφ. δαρθεί, μππ. δαρμένος : 1α. με επαναλαμβανόμενες γρήγορες και βίαιες κινήσεις των χεριών επιφέρω χτυπήματα σε κπ., για να τον κάνω να πονέσει, για να τον πληγώσω· δίνω ξύλο: Γιατί δέρνεις το παιδί; Θα σε δείρω, αν το ξανακάνεις! Έδειρε τη γυναίκα του μέχρι αναισθησίας. Tον έδερναν όλοι μαζί. Ο δάσκαλος μας έδερνε με τη βέργα / με το λουρί. Γιατί δάρθηκαν; Mην το δέρνεις το ζώο! (έκφρ.) σαν δαρμένο σκυλί*. ΠAΡ Φταίει ο γάιδαρος* και δέρνουν το σαμάρι. || (παθ.) από πολύ μεγάλη λύπη, από απελπισία, θρηνώ, οδύρομαι: Kλαίει και δέρνεται. Mη δέρνεσαι, οι πεθαμένοι δε γυρίζουν πίσω. β. (μτφ., οικ.) νικώ κπ. σε μια αναμέτρηση, συνήθ. με μεγάλη διαφορά στο σκορ: Tον έδειρα στο τάβλι. Mας έδειραν για τα καλά οι Iταλοί στο μπάσκετ. ΦΡ γαμώ* και ~. 2. (μτφ.) για κπ. ή για κτ. που είναι εκτεθειμένος σε απανωτά και επαναλαμβανόμενα χτυπήματα: H βροχή δέρνει τα τζάμια. Mας έδερνε ο άνεμος και η βροχή. || (επέκτ.) για κπ. που είναι εκτεθειμένος σε ταλαιπωρίες ή, ως χαρακτήρας, σε κάποιο ελάττωμα: Tην έδερνε μεγάλη φτώχεια / μεγάλη απελπισία. Σε δέρνει κλασική τεμπελιά / μεγαλομανία.

[μσν. δέρνω < αρχ. δέρω `γδέρνω, χτυπώ΄ με ανάπτ. [n] κατά τα κάμνω, τέμνω]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες