Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: γκλίτσα
1 item total
γκλίτσα η [glítsa] Ο25α : είδος ραβδιού που το χρησιμοποιούν οι βοσκοί, με κύριο χαρακτηριστικό πρόσθετη λαβή σε σχήμα σίγμα, που είναι συνήθ. διακοσμημένη.

[< αγκλίτσα με αποβ. του αρχικού άτ. φων.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go