Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: γκιόσα
1 item total
γκιόσα η [gósa] Ο25α : 1. (λαϊκότρ.) κατσίκα με μαύρη ράχη και μαύρα πλευρά, άσπρη κοιλιά και άσπρες γραμμές στο πρόσωπο. 2. (μτφ., υβρ.) για άσχημη γυναίκα μεγάλης ηλικίας ή για γυναίκα δύστροπη.

[βλάχ. ghes(ŭ) `μαύρη γίδα με καστανές ρίγες΄ ]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go