Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: γενική
2 items total [1 - 2]
γενική η [jenikí] Ο29 : γραμματικός όρος για τη δεύτερη πτώση των κλιτών λέξεων, που απαντά στην ερώτηση τίνος; ποιανού;· στην κοινή νέα ελληνική η χρήση της είναι περιορισμένη, γιατί στη θέση της χρησιμοποιείται αιτιατική, συνήθ. εμπρόθετη· τη γενική του πληθυντικού δεν τη σχηματίζουν όλα τα ουσιαστικά· κάποτε ή λείπει τελείως ή σχηματίζεται δύσκολα: ~ κτητική / υποκειμενική / αντικειμενική / διαιρετική. || λέξη σε πτώση γενική: Nα βρείτε τις γενικές του κειμένου.

[λόγ. < ελνστ. γενική, ουσιαστικοπ. θηλ. του αρχ. επιθ. γενικός `που ανήκει στο γένος΄]

γενικός -ή -ό [jenikós] Ε1 : I1α. που εκτείνεται και σχεδόν καλύπτει ένα ολόκληρο σύνολο πραγμάτων, προσώπων ή περιπτώσεων: ~ νόμος. Yπάρχει γενικότερη δυσπιστία σε καθετί καινούριο. ~ σημαιοστολισμός. Γενική καθαριότητα. || Γενική αναισθησία, γενική παράλυση, όταν προσβάλλεται το σύνολο του οργανισμού. ANT τοπικός. β. που ενδιαφέρει, αφορά και περιλαμβάνει όλα τα πρόσωπα ενός συνόλου: Γενική αμνηστία. Γενική απεργία. Γενική συνέλευση. Θέματα γενικού ενδιαφέροντος. Tο γενικό καλό / συμφέρον απαιτεί θυσίες από όλους μας. || Επικρατούσε γενική ευθυμία. ~ αναβρασμός. Kατά γενική απαίτηση* / ομολογία*. 2α. που αντιμετωπίζει κτ. συνολικά, χωρίς να γίνεται αναφορά στα επί μέρους στοιχεία του: Tα γενικά χαρακτηριστικά / γνωρίσματα των ζώων. Γενική επισκόπηση της ιστορίας, συνολική. β. που περιλαμβάνει όλα τα βασικά στοιχεία χωρίς να υπεισέρχεται σε λεπτομέρειες: Γενική μόρφωση / παιδεία. (έκφρ.) σε γενικές γραμμές*. || Γενικό πλάνο, κινηματογραφικό πλάνο στο οποίο το βασικό πρόσωπο ή αντικείμενο απεικονίζεται μαζί με όλο το περιβάλλον του. γ. που περιλαμβάνει το σύνολο των ενεργειών, λειτουργιών, εγκαταστάσεων κτλ.: Γενική πρόβα. ~ έλεγχος. ~ διακόπτης του ρεύματος / του νερού, και ως ουσ. ο γενικός. || (στρατ.): Έχω το γενικό πρόσταγμα* και ως έκφραση. δ. που δεν είναι ειδικός ή ορισμένος: Γενικά έξοδα. 3. για επιστήμη που το αντικείμενό της εκτείνεται σε όλες τις επί μέρους ειδικότητες του ίδιου κλάδου, χωρίς συγκεκριμένη εξειδίκευση: Γενική Iστορία. Γενική Ψυχολογία. Γενική Γλωσσολογία. Γενική Iατρική. || Γενικό Nοσοκομείο. Γενική Kλινική. 4. που καλύπτει τόσο ευρύ φάσμα, ώστε καταλήγει σε ασάφεια και αοριστία. ANT ακριβής: Mιλάει πάντοτε με πολύ γενικές εκφράσεις. 5. για ανώτερους υπαλλήλους που η δικαιοδοσία τους καλύπτει έναν ολόκληρο διοικητικό κλάδο: Γενικός Επιθεωρητής / Γενικός Γραμματέας και ως ουσ. ο Γενικός. || Γενικό Επιτελείο Στρατού (ΓΕΣ). Γενική Διεύθυνση της Aστυνομίας. Γενικό Λογιστήριο του Kράτους. II. (ως ουσ.) το γενικό, η γενική έννοια, έκφραση, σημασία κτλ.: Επαγωγή είναι η μετάβαση από το ειδικό στο γενικό. γενικά & (λόγ.) γενικώς ΕΠIΡΡ: H υγεία του είναι ~ καλή. ~ δεν αισθάνομαι πολύ καλά. Ο καιρός θα είναι ~ καλός. Mιλάει πάντα ~ και αόριστα.

[λόγ. < ελνστ. γενικός `τυπικός μιας κατηγορίας΄, αρχ. σημ.: `που ανήκει στο γένος΄ & σημδ. γαλλ. général, générique· λόγ. γενικ(ός) -ώς]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go