Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: γεμολόγος
1 item total
γεμολόγος ο [jemolóγos] Ο18 θηλ. γεμολόγος [jemolóγos] Ο35 : ειδικός στη γεμολογία.

[λόγ. < γαλλ. gemmologiste < gemmo(logie) = γεμο(λογία) -logiste = -λόγος· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go