Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: γήπεδο
2 items total [1 - 2]
γήπεδο το [jípeδo] Ο40 : 1α. μεγάλος, συνήθ. ανοιχτός, επίπεδος χώρος ειδικά διαρρυθμισμένος για αθλητικούς αγώνες: ~ ποδοσφαίρου / τένις / γκολφ. Kλειστό ~. || ειδικά για γήπεδο ποδοσφαίρου: Kάθε Kυριακή πηγαίνω στο ~. Ο φανατισμός διώχνει τον κόσμο από τα γήπεδα. Όταν ο Ολυμπιακός παίζει στο γήπεδό του είναι ανίκητος· (πρβ. έδρα). β. το σύνολο των θεατών που παρακολουθούν έναν αγώνα που διεξάγεται σε γήπεδο: Ολόκληρο το ~ πανηγύρισε έξαλλα το γκολ της ισοφάρισης. 2. (προφ.) εκτεταμένο και ευθειασμένο οικόπεδο: Tο νοσοκομείο θα ανεγερθεί σε ~ του δήμου. Δημοτικό / κοινοτικό ~.

[λόγ. < αρχ. γήπεδον `ξεχωρισμένο κομμάτι γης΄ σημδ. γαλλ. terrain]

γηπεδούχος -ος / -α -ο [jipeδúxos] Ε14 : για αθλητική ομάδα που αγωνίζεται στο δικό της γήπεδο. || (ως ουσ.): Οι γηπεδούχοι αγωνίστηκαν ηρωικά. Οι οπαδοί του γηπεδούχου δημιούργησαν επεισόδια.

[λόγ. γήπεδ(ον) + -ούχος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go