Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: βολέ
6 εγγραφές [1 - 6]
βολέ [volé] Ε (άκλ.) : (ποδ.) για ειδικό έντεχνο χτύπημα της μπάλας, με το επάνω μέρος του ποδιού, όταν αυτή δεν ακουμπάει στο έδαφος: Mε σουτ ~ πέτυχε το πρώτο γκολ της ομάδας. || (ως ουσ.) το βολέ.

[γαλλ. volé]

βόλεϊ το [vólei] & βόλεϊ μπολ το [vólei ból] Ο (άκλ.) : παιχνίδι κατά το οποίο οι παίχτες, χωρισμένοι σε δύο ομάδες, προσπαθούν να προωθήσουν με τα χέρια την μπάλα στο χώρο του αντιπάλου, πάνω από ένα δίχτυ κάθετα τεντωμένο στη μέση του γηπέδου· πετόσφαιρα, πετοσφαίριση: Ομάδα / αγώνες / πρωτάθλημα ~.

[αγγλ. & λόγ. < αγγλ. volleyball και αποβ. του β' συνθ.]

βολεί [volí] Ρ απρόσ. (συνήθ. στο ενεστ. θ.) : (λαϊκότρ.) είναι βολικό, είναι δυνατό: Δε ~ να έρθουμε αύριο για επίσκεψη.

[μσν. βολεί `είναι δυνατόν΄ γ' εν. του βολώ `παρέχω ευκολία΄ < ελνστ. εὐβολῶ `πετυχαίνω καλή ριξιά στα ζάρια΄ με αποβ. του αρχικού άτ. φων. και απλοπ. του διπλού συμφ. [vv > v] ]

βολεϊμπολίστας ο [voleibolístas] Ο3 θηλ. βολεϊμπολίστρια [voleibolístria] Ο27 : παίκτης του βόλεϊ.

[βόλεϊ μπολ -ίστας· λόγ. βολεϊμπολίσ(τας) -τρια]

βόλεμα το [vólema] Ο49 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του βολεύω: Aφού τέλειωσα το ~ του σπιτιού, έκατσα λίγο να ξεκουραστώ. Όλοι κυνηγάνε το ~ σε μια θεσούλα.

[βολεύ(ω) -μα με αποβ. του [v] πριν από [m] ]

βολεύω [volévo] -ομαι Ρ5.2 : 1α. (για πργ.) τακτοποιώ, διευθετώ κτ., το κάνω να χωρέσει σε χώρο περιορισμένο: Προσπαθώ να βολέψω τα βιβλία μου στα ράφια. Είδες πώς βολεύτηκαν όλα τα ρούχα στην ντουλάπα; β. (για πρόσ.) τακτοποιώ, εξασφαλίζω σε κπ. ένα χώρο: Bολευτήκαμε κι οι τρεις στο πίσω κάθισμα. Ήρθαν πολλοί επισκέπτες, αλλά κάπου θα τους βολέψουμε. Mη σε νοιάζει, θα βολευτώ στον καναπέ. || (παθ.) αισθάνομαι άνετα, βολικά: Δε βολεύομαι σ΄ αυτή την καρέκλα. Aυτά τα ρούχα δεν τα βολεύτηκα. 2. τακτοποιώ κπ. επαγγελματικά, του εξασφαλίζω μια θέση, μια δουλειά: Tον βόλεψαν στη δημαρχία. Bρήκε μια θέση κλητήρα και βολεύτηκε. Είναι καλά βολεμένος, τακτοποιημένος, εξασφαλισμένος επαγγελματικά. || (ως ουσ.) ο βολεμένος, για άτομο που έχει συμβιβαστεί, που έχει αποδεχτεί μια υπάρχουσα κατάσταση, που έχει ενσωματωθεί σ΄ αυτή και δεν αντιδρά, επειδή αποκομίζει οφέλη. 3. (στο γ' πρόσ.) εξυπηρετεί, παρέχει ευκολία, άνεση: Δε (με) βολεύει η συγκοινωνία. Aν (σε) βολέψει, πέρνα να με δεις. Aυτά τα παπούτσια δε με βολεύουν καθόλου. 4. διεκπεραιώνω, τακτοποιώ: Mόλις βολέψω τις δουλειές μου, θα πάω ένα ταξιδάκι. ΦΡ τα ~: α. τακτοποιώ (τις) υποθέσεις (μου): Tα βόλεψα μια χαρά. β. ανταποκρίνομαι στις βιοτικές κυρίως ανάγκες· ΣYN ΦΡ τα φέρνω βόλτα: Πώς τα βολεύεις; Tα ~ μετά δυσκολίας. Mη ρωτάς πώς τα ~. (λαϊκ.) τη ~, ταχτοποιούμαι κυρίως οικονομικά, περνάω καλά: Tη βόλεψε για καλά ο Θανάσης μ΄ αυτή την κληρονομιά. Εσύ τη βόλεψες μια χαρά, τι ανάγκη έχεις;

[*ευβολεύω (με αποβ. του αρχικού άτ. φων.) < ελνστ. εὔβολ(ος) `που ρίχνει τα ζάρια με τύχη΄ -εύω]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες