Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: βερεσέ
2 εγγραφές [1 - 2]
βερεσέ [veresé] επίρρ. τροπ. : (για αγοραπωλησίες) με πίστωση: Στα σουπερμάρκετ δεν μπορείς να ψωνίσεις ~. ΦΡ (αυτά) τ΄ ακούω ~, χωρίς να τα παίρνω υπόψη, χωρίς να δίνω σημασία. τζάμπα και ~, μάταια, άδικα. || (ως ουσ.) το βερεσέ*.

[τουρκ. veresiye]

βερεσέ το [veresé] Ο (άκλ.) & βερεσές ο [veresés] Ο13 πληθ. και βερεσέδια : η αγορά ή η πώληση με πίστωση: Ο μπακάλης μάς έκοψε το ~. ΦΡ ο βερεσές πέθανε, δε χορηγείται πίστωση (επιγραφή σε λαϊκά καταστήματα). || (πληθ.) τα βερεσέδια, χρήματα που πρέπει κάποιος να καταβάλει ή να εισπράξει από αγοραπωλησίες με πίστωση: Mε τάραξε στα βερεσέδια ο νοικάρης μου.

[ουσιαστικοπ. επίρρ. βερεσέ· βερεσ(έ) -ές]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες