Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: απαντοχή
1 εγγραφή
απαντοχή η [apandoxí] & παντοχή η [pandoxí] Ο29 : (λογοτ.) 1. ό,τι περιμένουμε, συνήθ. ως λύτρωση και ανακούφιση από κτ. δυσάρεστο: Δεν έχει άλλη ~ παρά το χάρο. 2. ελπίδα, παρηγοριά, στήριγμα: Ο Θεός είναι η μόνη ~ των φτωχών. Δεν έχει πια καμιά ~. Εσύ είσαι η μόνη μου ~.

[μσν. απαντοχή < απαντέχω κατά το αντέχω - αντοχή· αποβ. του αρχικού άτ. φων.]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες