Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: ακτιβισμός
1 item total
ακτιβισμός ο [aktivizmós] Ο17 : α.φιλοσοφική θεωρία που υποστηρίζει ότι η ουσία του ανθρώπου εκδηλώνεται με την πρακτική ενέργεια: Ο ~, μαζί με τον πραγματισμό, θεωρεί την αλήθεια ζήτημα ζωής και δράσης παρά ζήτημα νόησης. β. ως χαρακτηρισμός κάθε πολιτικής συμπεριφοράς που δίνει υπέρμετρη σημασία στη δράση και μειώνει τη σημασία της θεωρητικής θεμελίωσης κάθε δραστηριότητας: Kατηγορεί την ηγεσία του κόμματός του για ακτιβισμό.

[λόγ. < γαλλ. activisme (-isme = -ισμός)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go