Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: ακίδα
1 εγγραφή
ακίδα η [akíδa] Ο26 : 1.αιχμηρή άκρη μεταλλικών συνήθ. αντικειμένων· μύτη. 2. ονομασία λεπτών και αιχμηρών οργάνων. || (ειδικότ.) (τεχν.) όργανο για τη χάραξη λείας και σκληρής επιφάνειας. || (πληροφ.): Εκτυπωτής ακίδων. || (στη ναυπηγική) μικρό μεταλλικό καρφί. || (ιατρ.) εργαλείο για παρακεντήσεις. || (στρατ.): ~ του στοχάστρου, η αιχμηρή άκρη στο στόχαστρο του τυφεκίου που πρέπει να ευθυγραμμιστεί με το στόχο, για να είναι εύστοχη η βολή.

[λόγ.: 1: αρχ. ἀκίς, αιτ. -ίδα· 2: & σημδ. γαλλ. aiguille]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες