Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: έρμα
9 items total [1 - 9]
έρμα το [érma] Ο48 : 1.πρόσθετο βάρος που τοποθετείται κυρίως σε άδειο πλοίο με σκοπό τη ρύθμιση της ευστάθειάς του· σαβούρα. 2. (μτφ.) για αρχές ή κίνητρα που κατευθύνουν την ανθρώπινη δράση ή συμπεριφορά: Hθικό / πνευματικό ~. Άνθρωπος χωρίς ~, ανερμάτιστος. Xωρίς πίστη και αγάπη, χωρίς ~.

[λόγ. < αρχ. ἕρμα]

ερμαδιακός -ή -ό [ermaδjakós] Ε1 : (λογοτ.) έρμος.

[μσν. ερημάδι(ον δες ρημάδι) -ακός και συγκ. του άτ. [i] κατά το έρμος]

ερμαϊκός -ή -ό [ermaikós] Ε1 : που έχει σχέση με το θεό Ερμή: Ερμαϊκή στήλη.

[λόγ. < ελνστ. ῾Ερμαϊκός]

έρμαιο το [érmeo] Ο41 : (με γεν.) για πρόσωπο ή για πράγμα που εξαρτάται απόλυτα από κτ., που παρασύρεται από μια κατάσταση: Ο άνθρωπος να μην είναι ~ των παθών και των ενστίκτων αλλά να κατευθύνεται από το λογικό. || ιδίως για πλοίο που παρασύρεται συνήθ. ακυβέρνητο: Tο πλοίο έγινε ~ των κυμάτων / των ανέμων. Πλοίο με επικίνδυνο φορτίο βρίσκεται ~ στον Aτλαντικό.

[λόγ. < αρχ. ἕρμαιον `δώρο του Ερμή, απρόσμενη τύχη, κτ. που μπορεί να το πάρει όποιος το βρει΄]

ερμάρι το [ermári] & αρμάρι το [armári] Ο44 : (λαϊκότρ., λογοτ.) συρτάρι ή ράφι.

[μσν. ερμάριον < αρμάριον με τροπή [a > e] ίσως από επίδρ. του [r] · μσν. αρμάρι(ν) < αρμάριον < λατ. armar(ium) -ιον]

ερμάτιση η [ermátisi] Ο33 : ερματισμός.

[λόγ. < αρχ. ρ. ἑρματι- (ἑρματίζω) `σταθεροποιώ με έρμα΄ -σις > -ση]

ερματισμός ο [ermatizmós] Ο17 : τοποθέτηση έρματος, δηλαδή σαβούρας, σε πλοίο ή σε αερόστατο· ερμάτιση.

[λόγ. < αρχ. ἑρματισ- (ἑρματίζω) `σταθεροποιώ με έρμα΄ -μός]

ερμαφροδιτισμός ο [ermafroδitizmós] Ο17 : 1.(βιολ.) το φαινόμενο κατά το οποίο στον ίδιο οργανισμό συνυπάρχουν τα γεννητικά όργανα και άλλα χαρακτηριστικά και των δύο φύλων: Ο ~ είναι φυσιολογική κατάσταση σε πολλούς μικροοργανισμούς. Φυσιολογικός / παθολογικός ~. 2. (μτφ.) ως χαρακτηρισμός αντιφατικής ή και απροσδιόριστης ενέργειας ή κατάστασης.

[λόγ. < γαλλ. hermaphroditisme < Hermaphrodit(e) < ελνστ. ῾Ερμαφρόδιτ(ος) -isme = -ισμός]

ερμαφρόδιτος -η -ο [ermafróδitos] Ε5 : 1.(βιολ., ιδ. για οργανισμό) που έχει τα γεννητικά όργανα και άλλα χαρακτηριστικά και των δύο φύλων: Ερμαφρόδιτο ζώο / φυτό. Ερμαφρόδιτα άνθη. || (ως ουσ.) ο ερμαφρόδιτος, ιδίως για άνθρωπο στον οποίο συνυπάρχουν τα διακριτικά γνωρίσματα και των δύο φύλων: Έχει χαρακτηριστικά ερμαφρόδιτου. Ο Ερμαφρόδιτος, στην ελληνική μυθολογία, γιος του Ερμή και της Aφροδίτης που είχε χαρακτηριστικά και των δύο φύλων. 2. (μτφ.) που έχει στοιχεία ή χαρακτηριστικά, τα οποία είναι αντιφατικά ή και απροσδιόριστα μεταξύ τους: Ερμαφρόδιτη κατάσταση / πολιτική.

[λόγ. < ελνστ. Ἑρμαφρόδιτος (για το γιο του Ερμή και της Aφροδίτης)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go