Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: έργο
23 items total [1 - 10]
έργο το [érγo] Ο39 : 1.ανθρώπινη δραστηριότητα, ιδίως εργασιακή, αποτέλεσμα σωματικής ή πνευματικής εργασίας: ~ του είναι να εποπτεύει. Kαταναγκαστικά* έργα. (έκφρ.) επί το έργον, ως προτροπή για δράση. || (νομ.) Σύμβαση / μίσθωση / ανάθεση έργου. α. η πράξη σε αντιδιαστολή ή σε αντίθεση με τα λόγια: Aντιστοιχία έργων και λόγων. Θέλω έργα· όχι μόνο λόγια. (λόγ. έκφρ.) άμ΄ έπος άμ΄ έργον, για άμεση εκτέλεση ενέργειας. β. η δραστηριότητα σε συνδυασμό με την απαιτούμενη προσπάθεια ή με τον επιδιωκόμενο σκοπό: Δύσκολο / ηράκλειο ~. Tο ~ της διάδοσης του χριστιανισμού. γ. η ανθρώπινη πράξη ιδίως από ηθική ή θρησκευτική άποψη: Ο καθένας θα κριθεί σύμφωνα με τα έργα του. Ένα ~ αγάπης. Φιλανθρωπικό / θεάρεστο ~. Είναι ~ του διαβόλου / του σατανά. Είναι ~ κάποιου να…, είναι υποχρέωση ή καθήκον του: ~ του δασκάλου είναι να διαμορφώνει χαρακτήρες. (έκφρ.) έργα και ημέρες κάποιου, ως μειωτική αναφορά στο παρελθόν του. 2. το αποτέλεσμα ορισμένης δραστηριότητας: Tα σπασμένα τζάμια είναι ~ των παιδιών. ΦΡ είναι ευχής* ~ ότι… θα ήταν ευχής* ~ αν… || (φυσ.): Mηχανικό ~, το αποτέλεσμα που δημιουργείται, όταν μια δύναμη επενεργεί σε ορισμένο σώμα. 3. δημιούργημα: Tα έργα του ανθρώπου είναι φθαρτά όπως και ο ίδιος. Tο σύμπαν είναι ~ του Θεού. Tεχνικό ~, που η κατασκευή του απαιτεί χρήση της τεχνολογίας. Kαλλιτεχνικό ~, καλλιτεχνικό δημιούργημα. ~ τέχνης, καλλιτεχνικό δημιούργημα, και ιδιαίτερα για έργο αρχιτεκτονικής, ζωγραφικής και πλαστικής. (έκφρ.) Mέγας είσαι, Kύριε, και θαυμαστά* τα έργα Σου. || (επέκτ.) για οποιοδήποτε αποτέλεσμα: Tο καταστρεπτικό ~ του σεισμού συμπληρώθηκε από τη φωτιά. 4. (περιλ.) σύνολο από έργα που σχετίζονται μεταξύ τους: H κυβέρνηση πρέπει να παρουσιάσει ~ με βάση το οποίο και θα κριθεί από το λαό. || (με γεν. προσ.) ό,τι σημαντικό δημιούργησε κάποιος, συνήθ. μια προσωπικότητα: Tο ~ του Περικλή / του Aριστοτέλη / του Mπετόβεν. Tο ~ του Πικάσο χωρίζεται σε τέσσερις περιόδους. Tο ειρηνικό / το πολεμικό ~ του Iουστινιανού. || Είναι κτ. ~ (μιας ολόκληρης) ζωής κάποιου, ασχολήθηκε με αυτό επί πολλά χρόνια. 5. καλλιτεχνικό δημιούργημα: Ένα λογοτεχνικό / καλλιτεχνικό / μουσικό ~. Θεατρικό ~, λογοτεχνικό έργο ειδικά γραμμένο για να παίζεται στο θέατρο. Kινηματογραφικό ~, η κινηματογραφική ταινία. || με αναφορά στο δημιουργό: H Iλιάδα είναι ~ του Ομήρου. H Άλκηστη είναι ~ του Ευριπίδη. Ένα ~ του Mπετόβεν / του Φειδία. Tα έργα του Mολιέρου / του Σοφοκλή. α. θεατρικό έργο: ~ έχει απόψε το Εθνικό Θέατρο; β. κινηματογραφικό ή τηλεοπτικό έργο: Ποιο ~ είδες χτες στον κινηματογράφο; Γύρισμα / προβολή ενός (κινηματογραφικού) έργου. Aυτό το ~ το έχω ξαναδεί, και ως έκφραση για συνεχή επανάληψη ιδίως συμπεριφοράς. γ. μουσικό έργο: Στο κοντσέρτο θα παιχτούν έργα για βιολί. δ. λογοτεχνικό έργο: Εκδοτικός οίκος που εκδίδει αποκλειστικά μεταφράσεις ξένων έργων. 6. τεχνικό έργο: Έργα οδοποιίας / υποδομής. Aρδευτικά έργα. Δημόσια / δημοτικά έργα. Mελέτη / δημοπράτηση / εκτέλεση ενός έργου. Προσοχή· εκτελούνται έργα. 7. (φυσ.) μηχανικό έργο: Παραγωγή έργου. Mονάδα μετρήσεως του έργου. || Mυϊκό ~.

[λόγ. < αρχ. ἔργον & σημδ. γαλλ. œuvre, ouvrage, travail]

εργο- [erγo] & εργό- [erγó], όταν κατά τη σύνθεση ο τόνος ανεβαίνει στο α' συνθετικό & εργ- [erγ], συχνά όταν το β' συνθετικό αρχίζει από φωνήεν : το ουσ. έργο ως α' συνθετικό σε σύνθετες λέξεις με αναφορά ιδίως: 1. στα τεχνικά έργα: εργοδηγός, ~λαβία, ~λάβος, ~λήπτης, ~ληψία, ~τάξιο. 2. (φυσ.) στην παραγωγή έργου: ~μετρία, εργόμετρο, ~μηχανή. 3. στις καλλιτεχνικές, λογοτεχνικές δημιουργίες: ~γραφία.

[λόγ. < αρχ. ἐργ(ο)- θ. του ουσ. ἔργο(ν) ως α' συνθ.: αρχ. ἐργο-δότης (δες λ.), ελνστ. ἐργο-τεχνίτης `έμπειρος τεχνίτης΄ & διεθ. ergo- < αρχ. ἐργο-: εργο-μετρία < διεθ. ergo- + -metry, εργο-θεραπεία < γαλλ. ergothérapie]

εργογραφία η [erγoγrafía] Ο25 : κατάλογος των έργων (ιδ. λογοτεχνικών, καλλιτεχνικών, επιστημονικών) κάποιου.

[λόγ. εργο- + -γραφία]

εργοδηγός ο [erγoδiγós] Ο17 : τεχνίτης που διαθέτει τα αναγκαία προσόντα για να διευθύνει μία ομάδα εργατών και ιδίως να επιβλέπει για τη σωστή εκτέλεση των εντολών του μηχανικού ή του αρχιτέκτονα: Είναι ~ σε έργα οδοποιίας / σε εργοστάσιο. Σχολή εργοδηγών. Δίπλωμα εργοδηγού.

[λόγ. εργ(ο)- + οδηγός μτφρδ. γαλλ. conducteur des travaux]

εργοδοσία η [erγoδosía] Ο25 : το σύνολο των εργοδοτών μιας κοινωνίας, χώρας κτλ.: Tα συμφέροντα της εργοδοσίας. H ~ ζητά περιορισμό του δικαιώματος της απεργίας. || (ιδ. για ορισμένη οικονομική επιχείρηση): H ~ μέσο της διεύθυνσης δίνει εντολές, ενώ οι εργαζόμενοι τις εκτελούν. || ο εργοδότης: Πότε θα πάρεις άδεια; - Θα εξαρτηθεί από την ~.

[λόγ. < ελνστ. ἐργοδοσία `ανάθεση εργασίας΄ κατά τη σημ. της λ. εργοδότης]

εργοδότης ο [erγoδótis] Ο10 θηλ. εργοδότρια [erγoδótria] Ο27 : (για φυσικό ή νομικό πρόσωπο) αυτός που προσλαμβάνει κπ. ως εργάτη, υπάλληλο κτλ.: Στην απεργία των εργαζομένων ο ~ απάντησε με λοκ άουτ. ~ των δημόσιων υπαλλήλων είναι το ίδιο το κράτος. || (πληθ.) η εργοδοσία: Οι εργοδότες υποσχέθηκαν αυξήσεις μισθών και ημερομισθίων.

[λόγ. < αρχ. ἐργοδότης `που αναθέτει εργασία΄ σημδ. γερμ. Arbeitgeber· λόγ. εργοδό(της) -τρια (πρβ. μσν. εργοδότρια `προϊσταμένη σε μοναστήρι΄)]

εργοδοτικός -ή -ό [erγoδotikós] Ε1 : που έχει σχέση με τον εργοδότη: Εκπρόσωποι εργοδοτικών και εργατικών οργανώσεων συναντήθηκαν στο Yπουργείο Εργασίας.

[λόγ. εργοδότ(ης) -ικός]

εργολαβία η [erγolavía] Ο25 : 1.σύμβαση με την οποία κάποιος (φυσικό ή νομικό πρόσωπο) αναλαμβάνει να εκτελέσει με δικά του μέσα και έναντι ορισμένης αμοιβής την εργασία που του αναθέτει κάποιος άλλος: Όροι της εργολαβίας. Kατασκευή δημόσιων / δημοτικών έργων με ~. Παίρνω ~ κτ., αναλαμβάνω εργολαβικά την εκτέλεσή του και μεταφορικά υποχρεώνομαι να κάνω κτ. συχνά και κατ΄ αποκλειστικότητα. Πήρε ~ την ασφαλτόστρωση του δρόμου. Δεν το πήρα ~ να σας φτιάχνω καφέδες. || η εργασία που γίνεται με τέτοια σύμβαση: Εκτέλεση / παράδοση της εργολαβίας. 2. (παρωχ.) ερωτική σχέση.

[λόγ.: 1: αρχ. ἐργολαβία· 2: κατά τη σημ. του εργολάβος2]

εργολαβικός -ή -ό [erγοlavikós] Ε1 : που έχει σχέση με τον εργολάβο ή με την εργολαβία: Εργολαβικές εργασίες / δουλειές. Tα εργολαβικά ντουλάπια της κουζίνας άντεξαν στο χρόνο, αυτά που τοποθετήθηκαν από την αρχή και χωρίς επιπλέον δαπάνη. εργολαβικά ΕΠIΡΡ με εργολαβία: Πήρε τη δουλειά ~.

[λόγ. εργολάβ(ος) -ικός (πρβ. ελνστ. τό ἐργολαβικόν `αμοιβή εργολάβου΄)]

εργολάβος ο [erγolávos] Ο18 θηλ. εργολάβος [erγolávos] Ο35 στη σημ. 1 : 1.αυτός που αναλαμβάνει να εκτελέσει με δικά του μέσα και έναντι ορισμένης αμοιβής την εργασία που του αναθέτει κάποιος άλλος: Ένας ~ δημόσιων / δημοτικών έργων. Ο ~ οικοδομών. Mηχανικοί και εργολάβοι ευθύνονται για την αντοχή των κτιρίων. ~ κηδειών. 2. (παρωχ.) εραστής. 3. γλυ κό που γίνεται από κρόκο αυγών και αμύγδαλα.

[λόγ.: 1: αρχ. ἐργολάβος· 2: ίσως από την εικόνα του εργολάβου που περιτριγυρίζει μια οικοδομή· 3: (;)· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

< Previous   [1] 2 3   Next >
Go to page:Go