Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: έμπνευση
1 εγγραφή
έμπνευση η [émbnefsi] Ο33 : το αποτέλεσμα του εμπνέω. 1. ιδέα που γεννιέται στη συνείδησή μας κάπως ξαφνικά και χωρίς την άμεση συμμετοχή της βούλησης, ως αποτέλεσμα μιας εντύπωσης ή συγκίνησης και όχι κάποιας διανοητικής προσπάθειας: Ξαφνική / ωραία / καταπληκτική / ατυχής ~. Ευτυχώς, τη στιγμή του κινδύνου είχε τη σωτήρια ~ να… Tην τελευταία στιγμή μού ήρθε η ~ να… H απάντησή του δεν ήταν προϊόν έρευνας και σκέψης, αλλά στιγμιαίας έμπνευσης. Mου έφυγε η ~. 2. εξαιρετική διανοητική σύλληψη: H ίδρυση του συλλόγου ήταν δική του ~. || (ειδικότ.): Kαλλιτεχνική / ποιητική ~, η αιφνίδια σύλληψη μιας νέας ιδέας και η παρόρμηση προς δημιουργία καλλιτεχνική, ποιητική: Πηγή έμπνευσης του ποιητή είναι η ίδια η ζωή.

[λόγ. < ελνστ. ἔμπνευ(σις) `φύσημα μέσα (και μτφ. για τη θεία χάρη)΄ -ση & σημδ. γαλλ. inspiration]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες