Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: έμμεσος -η -ο
1 εγγραφή
έμμεσος -η -ο [émesos] Ε5 : που γίνεται ή υπάρχει με τη μεσολάβηση άλλου (προσώπου ή πράγματος) ή με τρόπο πλάγιο. ANT άμεσος: ~ τρόπος, πλάγιος. Mας υπέδειξε με έμμεσο τρόπο τι πρέπει να κάνουμε. Έμμεσες αλλά σαφείς αναφορές. Έμμεσες πληροφορίες. Έμμεση ευθύνη. Έμμεση άρνηση. Έμμεσοι φόροι, που δεν καταβάλλονται απευθείας από τους πολίτες στο δημόσιο ταμείο, αλλά εισπράττονται με τη δασμολογική επιβάρυνση των διάφορων ειδών. Έμμεση φορολογία. || (λογ.) έμμεση απόδειξη, που στηρίζεται στην ανασκευή πρότασης με αντίθετο περιεχόμενο. ~ διαλογισμός, όταν για τη στήριξη ενός συμπεράσματος χρειάζεται να μεσολαβήσει και μια δεύτερη (ή περισσότερες προτάσεις). || (γραμμ.) έμμεσο αντικείμενο, το δεύτερο από τα δύο αντικείμενα ενός ρήματος στο οποίο δε μεταβαίνει απευθείας η ενέργεια του ρήματος: Στα αρχαία ελληνικά το έμμεσο αντικείμενο εκφέρεται συχνά με δοτική. έμμεσα & (λόγ.) εμμέσως ΕΠIΡΡ με τρόπο έμμεσο: Aπέφυγε να πάρει θέση, ~ όμως μπορούμε να συμπεράνουμε τη γνώμη του. Δεν ευθύνομαι ούτε ~ ούτε άμεσα. Εμμέσως πλην σαφώς παραδέχτηκε το λάθος του.

[λόγ. < ελνστ. ἔμμεσος, ἐμμέσως (η σημερ. σημ. μσν.)]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες