Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: έγγραφο
3 items total [1 - 3]
έγγραφο το [éŋγrafo] Ο40 : 1.κάθε γραπτό κείμενο το οποίο έχει συνταχθεί σύμφωνα με ορισμένους τύπους και με το οποίο ανακοινώνεται, βεβαιώνεται, διατάσσεται, συμφωνείται, αποδεικνύεται κτ.: Επίσημα / ανεπίσημα / δημόσια / ιδιωτικά έγγραφα. Aποδεικτικά / δικαιολογητικά έγγραφα. Γνήσιο / πλαστό / απόρρητο ~. Aκριβές αντίγραφο εγγράφου. Aποστολή / κοινοποίηση εγγράφου. 2. (πληροφ.) κείμενο που δημιουργεί κάποιος σε ηλεκτρονικό υπολογιστή: Nα αποθηκεύσω τις αλλαγές στο ~;

[λόγ. εν. < ελνστ. πληθ. τά ἔγγραφα (στη σημ. 1)]

έγγραφος -η -ο [éŋγrafos] Ε5 : 1.που γίνεται με έγγραφο, συνήθ. επίσημο: Έγγραφη κλήτευση μάρτυρος. Έγγραφη συμφωνία / καταγγελία. 2. (λόγ.) γραπτός. εγγράφως ΕΠIΡΡ: Συμφώνησαν ~. Δήλωσε ~ ότι παραιτείται.

[λόγ. < ελνστ. ἔγγραφος, ἐγγράφως]

εγγράφω [eŋγráfo] -ομαι Ρ4 αόρ. ενέγραψα, απαρέμφ. εγγράψει, παθ. αόρ. εγγράφτηκα και εγγράφηκα, απαρέμφ. εγγραφτεί και εγγραφεί, μππ. εγγεγραμμένος* : 1.(για πρόσ.) γράφω το όνομα κάποιου σε (επίσημο) κατάλογο, κατάσταση κτλ., ώστε να αποκτήσει μια ιδιότητα ή να γίνει μέλος ενός συνόλου· γράφω4. ANT διαγράφω: Zητώ να με εγγράψετε στο μητρώο των μελών του συλλόγου σας. || Εγγράφομαι συνδρομητής σε ένα περιοδικό, γίνομαι συνδρομητής. Εγγράφομαι μέλος ενός συλλόγου, γίνομαι μέλος. 2. (λογιστ.) καταχωρίζω στοιχεία στα λογιστικά βιβλία μιας επιχείρησης, εταιρείας κτλ. 3. (για ενέργεια, δραστηριότητα κτλ.) καταγράφω κτ. μαζί με άλλα, θεωρώντας το ως όμοιο, ισάξιό τους κτλ.· συγκαταλέγω, καταλογίζω. (έκφρ.) γράφω / ~ κτ. στο ενεργητικό* / στο παθητικό* μου. 4. αποτυπώνω πληροφορίες ή σήματα (οπτικά, ακουστικά) σε κατάλληλο φορέα με σκοπό τη διατήρηση ή την αναπαραγωγή τους· γράφω. 5. (μαθημ.) χαράσσω γεωμετρικό σχήμα μέσα σε ένα άλλο, έτσι ώστε να έχει ορισμένα σημεία, γραμμές ή επιφάνειες κοινά με αυτό. ANT περιγράφω: ~ τετράγωνο σε κύκλο.

[λόγ.: 1: αρχ. ἐγγρά φω· 2-4: σημδ. γαλλ. inscrire· 5: ελνστ. σημ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go