Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: άλμπατρος
1 item total
άλμπατρος το [álbatros] Ο (άκλ.) : μεγαλόσωμο θαλασσοπούλι που ζει στο Nότιο Aτλαντικό και στον Ειρηνικό Ωκεανό.

[λόγ. < αγγλ. albatros]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go