Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: Νόμπελ
2 items total [1 - 2]
Nόμπελ το [nóbel] Ο (άκλ.) : (βραβείο) ~, βραβείο που απονέμεται κάθε χρόνο από τη Σουηδική Aκαδημία σε επιστήμονες που διακρίθηκαν σε διάφορους τομείς ή σε άτομα που συνέβαλαν στη διατήρηση της παγκόσμιας ειρήνης: ~ ιατρικής / φυσικής / χημείας / λογοτεχνίας / ειρήνης.

[λόγ. < ανθρωπων. Nobel (Σουηδός εφευρέτης και ευεργέτης, που κληροδότησε την περιουσία του για τη δημιουργία του βραβείου)]

νομπελίστας ο [nobelístas] Ο3 θηλ. νομπελίστρια [nobelístria] Ο27 : αυτός που τιμήθηκε με βραβείο Nόμπελ: Ο Σεφέρης και ο Ελύτης, οι δύο Έλληνες νομπελίστες. || (ως επίθ.): ~ ποιητής.

[Νόμπελ -ίστας· λόγ. νομπελίσ(τας) -τρια]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go