Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: "ψευδής -ής -ές"
1 item total
ψευδής -ής -ές [psevδís] Ε10 : που δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα, που περιέχει ψεύδος· (πρβ. ψεύτικος): Ψευδείς πληροφορίες / ειδήσεις. ~ εντύπωση / αντίληψη / γνώση. || πλαστός, ψεύτικος: ~ εικόνα / περιγραφή / ιστορία. || ανειλικρινής: ~ ισχυρισμός. ~ υπόσχεση. ~ ενθουσιασμός, υποκριτικός. ψευδώς ΕΠIΡΡ λέγοντας ψεύδη: ~ ισχυρίζεται ότι…

[λόγ. < αρχ. ψευδής `ψεύτικος΄· λόγ. < αρχ. ψευδῶς]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go