Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: "φοίνικας 2"
1 εγγραφή
φοίνικας 2 ο : μυθικό ιερό πτηνό των Aιγυπτίων: Ο ~ αναγεννάται από την τέφρα του.

[λόγ. < αρχ. φοῖνιξ, αιτ. -ικα]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες