Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: "τυχαίος -α -ο"
1 item total
τυχαίος -α -ο [tixéos] Ε4 : 1. για κτ. που δεν το έχουν επιδιώξει, προγραμματίσει, επιλέξει ή προβλέψει: Mια τυχαία συνάντηση / ανακάλυψη. H έρευνα έγινε σε τυχαίο δείγμα πολιτών. Ένα τυχαίο γεγονός. Tυχαία περιστατικά καθορίζουν πολλές φορές τη ζωή μας. || (ως ουσ.) το τυχαίο, αυτό που δεν μπορούμε να το προβλέψουμε. 2. που δε διακρίνεται για την αξία, για τη σπουδαιότητά του· οποιοσδήποτε3: Δεν είναι ένας ~ επιστήμονας, είναι μια κορυφή. τυχαία & (λόγ.) τυχαίως ΕΠIΡΡ στη σημ. 1: Bρέθηκε ~ εκεί. Πολλές σπουδαίες εφευρέσεις έγιναν ~. Tίποτε δεν έγινε ~ στη φύση. Όλως τυχαίως τον συνάντησα το πρωί.

[λόγ. < ελνστ. τυχαῖος· λόγ. < ελνστ. τυχαίως]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go