Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: "συν-"
1 item total
συν- [sin], πριν από φωνήεν ή οδοντικό σύμφωνο ή [n] & συμ- [sim], πριν από χειλικό σύμφωνο ή [m] & συγ- [siŋ], πριν από υπερωικό σύμφωνο & συλ- [sil], πριν από [l] & συρ- [sir], πριν από [r] & συσ- [sis], συχνά πριν από [s] & συ- [si], σε μερικές περιπτώσεις πριν από συριστικό σύμφωνο ή (προφ., λαϊκότρ.) και από [v, γ, δ, f, x, θ, ks, ps] & σύν- [sín], σύμ- [sím], σύγ- [síŋ], σύλ- [síl], σύρ- [sír], σύσ- [sís], σύ- [sí] αντίστοιχα, όταν ο τόνος ανεβαίνει στο πρόθημα : η λόγια πρόθεση συν ως πρόθημα για τη δήλωση ποικίλων επιρρηματικών σχέσεων· δηλώνει συνήθ.: I1. ότι αυτό που δηλώνει η πρωτότυπη λέξη γίνεται με τη βοήθεια, με τη συμμετοχή κάποιου, μαζί με κάποιον, ομαδικά: συνιδιοκτήτης, συνοδηγός, συμπράττω, συνένοχος, συγκυβερνήτης, συνδιδασκαλία, συμπάσχω, συμπρωταγωνιστής, συμβασιλέας. 2. στενή σχέση, ένωση: συνομοσπονδία, σύζυγος, σύντροφος, συνδέω, σύνδεση, σύναψη, συρραφή. || (ιατρ.) δηλώνει παθολογική κατάσταση κατά την οποία είναι ενωμένα τα μέλη του σώματος που υπονοεί η πρωτότυπη λέξη: συνδακτυλία, συνορχιδία. 3. συγκέντρωση: συμμαζεύω, συναγωγή. 4. ταυτότητα, ομοιότητα: συγγενής, συμμετρία, σύμφωνος, συμφωνία, συνομίληκος, συνώνυμος. 5. λειτουργεί επιτατικά: συνταράζω, συθέμελα, συντρίβω. II. χωρίς να έχει στη νέα ελληνική κάποια συγκεκριμένη σημασία σε περιπτώσεις που δεν είναι εμφανής η παραγωγή: συχώριο, συγχωρώ, σύλλογος, σύντομος, σύμβολο, συμβολίζω, συμφορά.

[λόγ. < αρχ. συν- (και συμ-, συγ-, συλ-, συρ-, συ- ανάλογα με το σύμφ. που ακολουθεί) < πρόθ. σύν ως α' συνθ.: αρχ. συν-άπτω, συμ-βαίνω, συγ-γένεια, συλ-λαμβάνω, συρ-ρέω, συ-στέλλω· το α' συνθ. περιορίστηκε σε λειτουργία προθήματος και στη σημερ. μορφή της γλ. πολλά παράγωγα δεν αναλύονται πια]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go