Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: "σλαβόφωνος -η -ο"
1 item total
σλαβόφωνος -η -ο [slavófonos] Ε5 : 1. που μιλά τη σλαβική γλώσσα: Σλαβόφωνοι πληθυσμοί. || για τόπο που κατοικείται από σλαβόφωνους: Σλαβόφωνα χωριά. 2. που είναι γραμμένος ή διατυπωμένος σε σλαβική γλώσσα: Σλαβόφωνη επιγραφή.

[λόγ. Σλάβ(ος δες στο σλαβικός) -ο- + -φωνος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go