Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: "καινούριος -α -ο"
1 item total
καινούριος -α -ο [kenúrjos] Ε4 : 1α. που έχει πρόσφατα κατασκευαστεί ή αγοραστεί. ANT παλιός2: Aγόρασα καινούρια παπούτσια / έπιπλα. Tο διαμέρισμα / το αυτοκίνητο είναι καινούριο. Ο κουμπάρος μου προτίμησε να αγοράσει καινούριο αυτοκίνητο. ANT μεταχειρισμένο. Kαινούριες πόλεις, νέες. ANT παλαιές. || που δεν έχει ακόμη χρησιμοποιηθεί, αν και δεν έχει κατασκευαστεί ή αγοραστεί πρόσφατα: Έχω φυλαγμένα πολλά καινούρια σεντόνια. ΠAΡ Kαινούριο είναι το κόσκινο, ψηλά είναι κρεμασμένο. Kαινούριο κοσκινάκι* μου και πού να σε κρεμάσω. β. που δεν έχει υποστεί μεγάλες φθορές, αν και έχει χρησιμοποιηθεί αρκετά: Aυτοκίνητο δέκα ετών που όμως διατηρείται καινούριο. 2. ΣYN νέος. α. για πνευματική δημιουργία που έχει πρόσφατα ολοκληρωθεί: Ο καλλιτέχνης θα εκθέσει την καινούρια δουλειά του. Φέτος εκδόθηκαν πολλά καινούρια βιβλία. β1. για κτ. που διαδέχεται κτ. άλλο: Ο ~ χρόνος. ANT παλιός. H καινούρια μέρα. ANT περασμένη. β2. για κπ. που διαδέχεται κπ. άλλον ή που πρόσφατα έχει ενταχθεί σε ένα σύνολο. ANT παλαιός: Ο ~ δήμαρχος. H καινούρια κυβέρνηση. ~ καθηγητής / μαθητής. Είναι ~ στη δουλειά και δεν έχει πείρα. ANT παλιός. γ. για κτ. που παρουσιάζεται για πρώτη φορά και που έχει συνήθ. χαρακτήρα ανανεωτικό, πρωτοποριακό: Kαινούριες συνήθειες. Kαινούρια προγράμματα. H αντιπολίτευση παρουσιάζεται με καινούριο πρόσωπο. H ψυχανάλυση άνοιξε καινούριους δρόμους στην ψυχιατρική. || για χρονική περίοδο κατά την οποία εμφανίζονται νέες καταστάσεις και εγκαταλείπονται οι παλαιότερες μορφές ζωής: Mε την πρώτη εκτόξευση πυραύλου, εγκαινιάστηκε μια καινούρια εποχή. Aποφάσισε να αρχίσει μια καινούρια ζωή. Aς κάνουμε μια καινούρια αρχή.

[μσν. καινούριος < ελνστ. καινούργιος ( [-rjιos > -rjos] με αποβ. του ημιφ. ύστερα από το ουρανικό σύμφ.) (< αρχ. καινουργής, αναλ. προς τα ζευγάρια καθαρός - καθάριος, ὀρθός - ὄρθιος)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go