Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: "κάθισμα 3"
1 item total
κάθισμα 3 το : μικρή καλύβα για ένα μόνο μοναχό.

[λόγ. < μσν.(;) κάθισμα < ελνστ. κάθισμα (δες κάθισμα 1)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go