Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: "ασύδοτος -η -ο"
1 εγγραφή
ασύδοτος -η -ο [asíδotos] Ε5 : που δεν υπόκειται σε κανένα νομικό ή ηθικό περιορισμό, που δε γνωρίζει κανένα φραγμό, που είναι αδίστακτος και ανεξέλεγκτος: ~ άνθρωπος. Aσύδοτη πράξη. Σε μια κοινωνική δημοκρατία το κεφάλαιο δεν είναι ασύδοτο. ασύδοτα ΕΠIΡΡ.

[μσν.(;) *ασύνδοτος `απαλλαγμένος από φόρο΄ (με αφομ. [nδ > δδ] και απλοπ. του διπλού συμφ. [δδ > δ] ) < α- 1 ελνστ. συνδίδωμι `συνεισφέρω΄, αρχ. σημ.: `συνεργάζομαι΄ (σύγκρ. δίδω - δοτός)]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες