Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: "απόκρημνος -η -ο"
1 item total
απόκρημνος -η -ο [apókrimnos] Ε5 : (για τόπο) που είναι γεμάτος γκρεμούς ή άλλες εδαφικές ανωμαλίες και, κατά συνέπεια, δυσανάβατος ή γενικά δύσβατος: Aπόκρημνη πλαγιά / ακτή. Aπόκρημνοι βράχοι, απότομοι. Aπόκρημνο βουνό.

[λόγ. < αρχ. ἀπόκρημνος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go