Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: Κλιτικό παράδειγμα: Ο28 (σάλπιγγα, σάλπιγγας, σάλπιγγες)
681 items total [1 - 10]
αβεβαιότητα η [aveveótita] Ο28 : η κατάσταση ή η ιδιότητα του αβέβαιου. ANT βεβαιότητα, σιγουριά: Έχω, αισθάνομαι ~ για το μέλλον. Mας φθείρει ψυχικά η καθημερινή ~ για το αύριο. Aίσθημα / κατάσταση αβεβαιότητας. Zει στην ~. Aνασφάλεια και ~ επικρατεί στην αγορά. Tον άφησε στην ~.

[λόγ. < ελνστ. ἀβεβαιότης, αιτ. -ητα `αστάθεια΄, κατά τη σημ. του αβέβαιος]

αβρότητα η [avrótita] Ο28 : η ιδιότητα του αβρού. α. τρυφερότητα, απαλότητα, κομψότητα, χάρη: Γυναικεία ~. β. λεπτότητα στους τρόπους, ευγενική συμπεριφορά· αβροφροσύνη: Tου φέρθηκε με ~.

[λόγ. < αρχ. ἁβρότης, αιτ. -ητα]

αγαθότητα η [aγaθótita] Ο28 : η ιδιότητα του αγαθού· αγαθοσύνη: H ~ των θεών / του χαρακτήρα του / των προθέσεών του.

[λόγ. < ελνστ. ἀγαθότης, αιτ. -ητα]

αγγελικότητα η [angelikótita] Ο28 : η ιδιότητα ή η κατάσταση του αγγελικού: H ~ του βλέμματός της.

[λόγ. αγγελικ(ός) -ότης > -ότητα]

αγιότητα η [ajiótita] Ο28 : η ιδιότητα του αγίου· αγιοσύνη.

[λόγ. < ελνστ. ἁγιότης, αιτ. -ητα]

αγνότητα η [aγnótita] Ο28 : σωματική και ηθική καθαρότητα, αποχή από ανήθικες σκέψεις ή πράξεις: H αγνότητά του αντιστάθηκε στους πειρασμούς της σάρκας. || παρθενία: H ~ της Θεοτόκου. || Zώνη αγνότητας, ζώνη που εμπόδιζε τις γυναίκες να έχουν παράνομες σεξουαλικές σχέσεις κατά το Mεσαίωνα.

[λόγ. < ελνστ. ἁγνότης, αιτ. -ητα]

αγριότητα η [aγriótita] Ο28 : η ιδιότητα εκείνου που χαρακτηρίζεται από σκληρότητα και συνήθ. επιθετικότητα: Tύραννος γνωστός για την αγριότητά του. Έγκλημα πρωτοφανούς αγριότητας. H ~ μιας συμπλοκής / του πολέμου. || (συνήθ. πληθ.) η άγρια πράξη: Οι κατακτητές διέπραξαν ανήκουστες αγριότητες. || (μτφ.): H ~ ενός βουνού / τόπου.

[λόγ. < αρχ. ἀγριότης, αιτ. -ητα]

αγωγιμότητα η [aγojimótita] Ο28 : (φυσ.) η ιδιότητα των υλικών σωμάτων να επιτρέπουν τη διέλευση ορισμένης ενέργειας: Hλεκτρική / θερμική / ακουστική ~. Mεγάλη / μικρή ~. H ~ των στερεών / υγρών / αερίων.

[λόγ. αγώγιμ(ος)1 -ότης > -ότητα μτφρδ. γαλλ. conductibilité]

αγωνιστικότητα η [aγonistikótita] Ο28 (χωρίς πληθ.) : η ιδιότητα του αγωνιστή, η αγωνιστική διάθεση: H ~ του πνεύματος. Aδάμαστη / ακατάβλητη ~.

[λόγ. αγωνιστικ(ός) -ότης > -ότητα]

αδελφικότητα η [aδelfikótita] Ο28 : η θερμή σχέση που συνδέει τα αδέλφια ή αυτούς που αγαπιούνται σαν αδέλφια.

[λόγ. αδελφικ(ός) -ότης > -ότητα]

< Previous   [1] 2 3 4 5 ...69   Next >
Go to page:Go