Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: στάχυ
6 εγγραφές [1 - 6]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
στάχυ το [stáxi] Ο44 : 1. το επάνω τμήμα του βλαστού ορισμένων δημητριακών, το οποίο αποτελείται από τα σπέρματα που βρίσκονται επάνω σε έναν άξονα: ~ σιταριού / κριθαριού / σίκαλης. Tο άγανο του σταχυού. Mεστωμένα στάχυα. || το στάχυ και ο βλαστός μαζί: Kρύφτηκαν μέσα στα στάχυα. Mάζευαν στα χωράφια τα στάχυα που άφηναν οι θεριστές. 2. η ταξιανθία στάχυς.

[ελνστ. ή μσν. *στάχυον υποκορ. του αρχ. στάχυς, ]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σταχυολόγημα το [staxiolójima] Ο49 : το αποτέλεσμα του σταχυολογώ.

[λόγ. σταχυολογη- (σταχυολογώ) -μα]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σταχυολόγηση η [staxiolójisi] Ο33 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σταχυολογώ: ~ λέξεων / φράσεων / χωρίων / στίχων / αποσπασμάτων.

[λόγ. σταχυολογη- (σταχυολογώ) -σις > -ση]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σταχυολόγος ο [staxiolóγos] Ο18 θηλ. σταχυολόγος [staxiolóγos] Ο35 : αυτός που σταχυολογεί φράσεις, χωρία κτλ.

[λόγ. σταχυο(λογώ) -λόγος (αναδρ. σχημ.)· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σταχυολογώ [staxioloγó] -ούμαι Ρ10.9 : επιλέγω μια φράση, ένα χωρίο κτλ. συνήθ. με ορισμένο περιεχόμενο, από το κείμενο, στο οποίο αυτά βρίσκονται, και τα συγκεντρώνω μαζί με άλλα: Στο καινούριο αυτό βιβλίο παρατίθενται στίχοι, τους οποίους ο συγγραφέας έχει σταχυολογήσει από τα ομηρικά έπη.

[λόγ. < ελνστ. σταχυολογῶ `ξεδιαλέγω στάχυα΄ σημδ. γαλλ. glaner]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
στάχυς ο [stáxis] Ο γεν. στάχυος : (λόγ., βοτ.) 1. είδος ταξιανθίας της οποίας όλα τα άνθη βρίσκονται γύρω από έναν άξονα: Aπλός / σύνθετος ~. 2. γένος φυτών.

[λόγ. < αρχ. στάχυς `στάχυ΄ σημδ. γαλλ. épi]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες