Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: γεωτρύπανο
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
γεωτρύπανο το [jeotrípano] Ο41 : μηχάνημα με το οποίο γίνονται γεωτρήσεις.

[λόγ. γεω- + αρχ. τρύπανον `τρυπάνι΄]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες