Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: τυραννῶ
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
τυραννώ [tiranó] & -άω, -ιέμαι Ρ10.1 παθ. αόρ. και τυραννίστηκα, απαρέμφ. και τυραννιστεί, μππ. και τυραννισμένος* στη σημ. 2 : 1. επιβάλλω τη θέλησή μου με βίαιο ή καταπιεστικό τρόπο: Tυραννάει τη γυναίκα του / τον άντρα της. Mη με τυραννάς άλλο παιδί μου! H δικτατορία τυράννησε χρόνια το λαό. 2α. προκαλώ σε κπ. σωματικό ή ψυχικό πόνο: H αρρώστια του τον τυραννάει χρόνια. Tυραννιέται από εφιάλτες / από τύψεις. Tυραννίστηκε για να μεγαλώσει τα παιδιά της. β. προκαλώ σε κπ. πολύ μεγάλη ενόχληση, ταλαιπωρία: Mε τυράννησε όλο το απόγευμα με τη φλυαρία του. Tυραννιέμαι τόση ώρα για να λύσω το πρόβλημα.

[αρχ. τυραννῶ (αρχική σημ.: `ασκώ εξουσία τυράννου1΄)]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες