Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: στοιχειοθετώ
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
στοιχειοθετώ [stixioθetó] -ούμαι Ρ10.9 : I. τοποθετώντας τυπογραφικά στοιχεία στη σειρά, συνθέτω τις λέξεις και τους στίχους κειμένου που προορίζεται για εκτύπωση. || στοιχειοθετώ με μονοτυπική ή λινοτυπική μηχανή· χτυπώ4. II. συντελώ στο σχηματισμό, στη διαμόρφωση ή στη στήριξη μιας κατάστασης, μιας άποψης κτλ.: Δεν μπορείς να στοιχειοθετήσεις / δε στοιχειοθετείται δικαίωμα αποζημίωσης, αν δε συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις, δεν μπορείς να θεμελιώσεις / δε θεμελιώνεται. Mε βά ση τον (τάδε) νόμο στοιχειοθετείται το (τάδε) αδίκημα.

[λόγ. στοιχεί(ον) -ο- + -θετώ]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες