Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: σουξέ
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σουξέ το [suksé] Ο (άκλ.) : α. στην έκφραση έχω ~, έχω επιτυχία, κερδίζω με τη συμπεριφορά μου τη συμπάθεια και το θαυμασμό ενός συνόλου (παρέας κτλ.). β. για τραγούδια που έχουν μεγάλη απήχηση στο κοινό, που έχουν γίνει επιτυχίες: Λαϊκά / παλιά / τελευταία ~. ~ της εποχής. Έχει συνθέσει μερικά από τα πιο γνωστά ~.

[λόγ. < γαλλ. succès (ορθογρ. δαν.)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go