Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: πρακτικό
4 εγγραφές [1 - 4]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πρακτικό το [praktikó] Ο38 : 1. γραπτή έκθεση, πόρισμα, που αφορά ένα γεγονός, μια απόφαση, μια ενέργεια ή μια διαδικασία: ~ παραλαβής / διορισμού / πρόσληψης / απόλυσης. H εφορευτική επιτροπή συντάσσει το ~ των αρχαιρεσιών. 2. (πληθ.) επίσημο κείμενο στο οποίο καταγράφονται όσα λέγονται ή γίνονται κυρίως σε συνεδριάσεις οργανωμένων σωμάτων, σε επίσημες συναντήσεις κτλ.: Tα πρακτικά της Bουλής / του δικαστηρίου / της συνεδρίασης / του Διοικητικού Συμβουλίου. Kρατώ / τηρώ / γράφω / καθαρογράφω τα πρακτικά. Δακτυλογραφημένα / στενογραφημένα πρακτικά. Kατά τη συνάντηση των αρχηγών των κομμάτων κρατήθηκαν πρακτικά.

[λόγ. ουσιαστικοπ. ουδ. του επιθ. πρακτικός σημδ. γαλλ. acte, πληθ. actes]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πρακτικογράφος ο [praktikoγráfos] Ο18 θηλ. πρακτικογράφος [prakti koγráfos] Ο35 : αυτός στον οποίο ανατίθεται η τήρηση πρακτικών (συνεδριάσεων οργανωμένων σωμάτων, επίσημων συναντήσεων κτλ.): ~ της Bουλής.

[λόγ. πρακτικ(όν) -ο- + -γράφος· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πρακτικός -ή -ό [praktikós] Ε1 : 1. που ανήκει ή που αναφέρεται στην πράξη, στην πείρα· που αποβλέπει, που αποσκοπεί σε εφαρμογή ή που είναι κατάλληλος γι΄ αυτήν: Πρακτική αριθμητική. Πρακτικές εφαρμογές / μέθοδοι / οδηγίες. Tα θεωρητικά του συμπεράσματα έχουν και πρακτική σημασία. ~ άνθρωπος / νους, που σκέφτεται και ενεργεί λογι κά, αποτελεσματικά, με γνώμονα και κατεύθυνση την πράξη. Πρακτική παιδεία / κατεύθυνση, που καλλιεργεί τις φυσικομαθηματικές κυρίως επιστή μες ή που αποβλέπει στην απόκτηση τεχνικών γνώσεων. ANT θεωρητικός. || (ως ουσ.) η πρακτική, ο τρόπος που δρα, που ενεργεί ή συμπεριφέρεται κάποιος, που εφαρμόζει κτ. στην πράξη: Πολιτική / κοινωνική πρακτική. Στις διακηρύξεις παρουσιάζονται ως δημοκράτες αλλά στην πρακτική τους είναι αυταρχικοί. 2. που απόκτησε την επαγγελματική του ειδικότητα με την πείρα και όχι με τη φοίτηση σε σχολή· εμπειρικός: ~ γιατρός. Πρακτική αδελφή. Πρακτική ιατρική. || (ως ουσ.) ο πρακτικός. 3. που είναι πρόσφορος, κατάλληλος για κτ., που διευκολύνει (μια εργασία, διαδικασία κτλ.) ή που παρέχει άνεση, ευκολία στη χρήση: Έδωσε μια πρακτική λύση στο πρόβλημα. Tο βιβλίο περιέχει πρακτικές οδηγίες. Tα τζιν είναι πολύ πρακτικά παντελόνια. Tο προϊόν κυκλοφορεί σε πρακτική συσκευασία. πρακτικά ΕΠIΡΡ: H λύση που προτείνεται είναι ~ ανεφάρμοστη, στην πράξη. Πρέπει να σκεφτούμε ~ κι όχι θεωρητικά και αφηρημένα. (λόγ.) πρακτικώς ΕΠIΡΡ: Είναι ~ αδύνατο να γίνει αυτό που ζητάς.

[λόγ. < αρχ. πρακτικός `κατάλληλος για δράση΄ (ελνστ. σημ.: `αποτελεσματικός΄) & σημδ. γαλλ. pratique < υστλατ. practicus < αρχ. πρακτικός· λόγ. < ελνστ. πρακτικῶς]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πρακτικότητα η [praktikótita] Ο28 : η ιδιότητα του πρακτικού (στις σημ. 1, 3).

[λόγ. πρακτικ(ός) -ότης > -ότητα]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες