Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: πανούκλα
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πανούκλα η [panúkla] Ο25 : 1.κοινή ονομασία της νόσου πανώλη: Επιδημία πανούκλας. || για έκφραση κατάρας: Που να τον πιάσει / να τον βρει ~, να πάθει μεγάλο κακό. ΠAΡ Σαν πεθάνω από συνάχι*, φάσκελα να ΄χει η ~. 2. (μτφ.) για γυναίκα δύσμορφη και μοχθηρή. (έκφρ.) απ΄ έξω / απέξω κούκλα* κι από μέσα ~.

[μσν. πανούκλα < λατ. panuc(u)la `οίδημα΄]

[Λεξικό Κριαρά]
πανούκλα η· πανόκλα.
  • 1) Κοινή ονομασία της νόσου πανώλη:
    • εισέ ολίγες ημέρες άναψε η πανούκλα το θανατικό (Χρον. σουλτ. προσθ. 603· Συναδ. φ. 129r
    • (σε κατάρα):
      • πανούκλες στον κώλον του (Σπανός A 357).
  • 2) (Μεταφ.) ψυχικός πόνος, οδύνη:
    • (Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [971]).

[<λατ. panucula. Ο τ. πιθ. από συμφ. με το βεν. panochia· πβ. τ. πανόγλα σήμ. κρητ. Η λ. τον 5. αι. και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go