Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ομόλογος
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ομόλογος -η -ο [omóloγos] Ε5 : 1. που έχει κοινά στοιχεία (αίτια, ιδιότητες, προορισμό κτλ.) με κπ. ή με κτ. άλλο: Ομόλογα φαινόμενα / γεγονότα, συναφή. || (ως ουσ.) ο ομόλογος, πρόσωπο που έχει το ίδιο (υψηλό) αξίωμα σε άλλη χώρα: Ο Έλληνας πρωθυπουργός και ο Γάλλος ομόλογός του. Στο περιθώριο της συνδιάσκεψης ο υπουργός εξωτερικών θα συναντηθεί με τον Iταλό ομόλογό του. 2. (επιστ.) α. (χημ.) Ομόλογες ενώσεις, σειρά χημικών ενώσεων, από τις οποίες η καθεμία προέρχεται από την προηγούμενη με την προσθήκη ορισμένων στοιχείων. β. (μαθημ.) Ομόλογα ποσά, σειρά ποσών που το καθένα προέρχεται από το προηγούμενο με πολλαπλασιασμό. γ. (βιολ.) που έχει ανάλογη δομή ή λειτουργία: Ομόλογα όργανα. Ομόλογα χρωματοσώματα.

[λόγ. < αρχ. ὁμόλογος `που συμφωνεί, αντιστοιχεί΄ & σημδ. γαλλ. homologue (στη νέα σημ.) < αρχ. ὁμόλογος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go