Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: μπόρα
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μπόρα η [bóra] Ο25α : 1α. ξαφνική και δυνατή βροχή που διαρκεί λίγο: Άγρια / τροπική / καλοκαιρινή ~. Πιάνει / αρχίζει / ξεσπάει ~. β. θύελλα, καταιγίδα: Mείναμε στη σπηλιά, όσο κρατούσε η ~. 2. (μτφ.) α. για ξαφνικό και μεγάλο κακό, συνήθ. παροδικό: Kρύφτηκε, ώσπου να περάσει η πρώτη ~. Tον βρήκε μεγάλη ~. (έκφρ.) ~ είναι (και) θα περάσει, για να ενθαρρύνουμε κπ. που περνά δυσκολίες. όποιον πάρει η ~, σε όποιον συμβεί το κακό. β. (πληθ.) βάσανα, ταλαιπωρίες: Πέρασε πολλές μπόρες στη ζωή του.

[αντδ. < βεν. bora `βορειοανατολικός άνεμος στην Aδριατική, μπουρίνι΄ (πρβ. μπουρίνι) < λατ. boreas < αρχ. βορέας `βοριάς΄]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go