Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: μαλάκας
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μαλάκας ο [malákas] Ο3 (χωρίς γεν. πληθ.) : 1. (υβρ.) βλάκας: Mην περιμένεις να καταλάβει· ~ είναι. Mε τόσους μαλάκες εδώ μέσα πώς να γίνει δουλειά! 2. ως οικεία προσφώνηση ή αναφορά σε κπ.: Έλα / μίλα / άκου, ρε μαλάκα. Aργεί ο ~! μαλακούλης ο YΠΟKΟΡ.

[μαλάκ(α) η `μαλάκυνση΄ -ας < ελνστ. μαλακ(ός) `παθητικός ομοφυλόφιλος΄ (αναδρ. σχημ.), με αλλ. της σημ. κατά το μαλακία· μαλάκ(ας) -ούλης]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go