Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: κουκί
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κουκί το [kukí] Ο43 : 1. ο καρπός ποώδους μονοετούς φυτού της οικογένειας των ψυχανθών, που τρώγεται είτε φρέσκος ως λαχανικό είτε αποξηραμένος ως όσπριο: Kουκιά βραστά. Tο ~ και το ρεβίθι…, αρχή παρα μυθιού. ΦΡ κουκιά μετρημένα, για μεγέθη που δεν μπορεί κανείς να τα αμφισβητήσει, γιατί υπολογίζονται με ακρίβεια. ΠAΡ Kουκιά τρως, κουκιά μολογάς, για απόψεις, συνήθ. ανόητες, ως επακόλουθο αντίστοιχης πληροφόρησης. Tι κάνεις Γιάννη*; - Kουκιά σπέρνω. 2. (μτφ., μειωτ. ή ειρ., συνήθ. πληθ.) οι ψήφοι, οι ψηφοφόροι.

[μσν. κουκκί(ν) < κοκκί(ν) (στη νέα σημ.) ( [o > u] από επίδρ. του υπερ. [k] ) < ελνστ. κοκκίον υποκορ. του αρχ. κόκκος `σπυρί, σπόρος (ιδ. ροδιάς)΄ (ορθογρ. απλοπ.)]

[Λεξικό Κριαρά]
κουκί το,
βλ. κοκκί(ο)ν.
< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go