Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: κοινοβούλιο
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κοινοβούλιο το [kinovúlio] Ο40 : 1. νομοθετικό σώμα από εκλεγμένους αντιπροσώπους του λαού· η βουλή 1: Mέλη του κοινοβουλίου, οι βουλευτές. Tο ευρωπαϊκό ~. 2. Kοινοβούλιο, το κτίριο στο οποίο συνεδριάζουν οι βουλευτές.

[λόγ. < ελνστ. κοινοβούλιον `γενική συνέλευση΄]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες