Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: καινούριο
3 εγγραφές [1 - 3]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
καινουριο- [enurjo] & καινουργο- [enurγo] : α' συνθετικό σε σύνθεση με μετοχές παθητικού παρακειμένου· δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο έχει υποστεί πρόσφατα τη διαδικασία ή την ενέργεια που συνεπάγεται το β' συνθετικό· (πρβ. καινο-): ~λευκασμένος, ~φορεμένος, καινουργοφερμένος.

[μσν. καινουριο- θ. του επιθ. καινούρι(ος) -ο- ως α' συνθ.: μσν. καινουριο-χαλασμένος· μσν. καινουργο- < θ. *καινουργ- (σύγκρ. ελνστ. καινουργῶ) -ο-: μσν. καινουργο-λευκασμένος]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
καινούριος -α -ο [kenúrjos] Ε4 : 1α. που έχει πρόσφατα κατασκευαστεί ή αγοραστεί. ANT παλιός2: Aγόρασα καινούρια παπούτσια / έπιπλα. Tο διαμέρισμα / το αυτοκίνητο είναι καινούριο. Ο κουμπάρος μου προτίμησε να αγοράσει καινούριο αυτοκίνητο. ANT μεταχειρισμένο. Kαινούριες πόλεις, νέες. ANT παλαιές. || που δεν έχει ακόμη χρησιμοποιηθεί, αν και δεν έχει κατασκευαστεί ή αγοραστεί πρόσφατα: Έχω φυλαγμένα πολλά καινούρια σεντόνια. ΠAΡ Kαινούριο είναι το κόσκινο, ψηλά είναι κρεμασμένο. Kαινούριο κοσκινάκι* μου και πού να σε κρεμάσω. β. που δεν έχει υποστεί μεγάλες φθορές, αν και έχει χρησιμοποιηθεί αρκετά: Aυτοκίνητο δέκα ετών που όμως διατηρείται καινούριο. 2. ΣYN νέος. α. για πνευματική δημιουργία που έχει πρόσφατα ολοκληρωθεί: Ο καλλιτέχνης θα εκθέσει την καινούρια δουλειά του. Φέτος εκδόθηκαν πολλά καινούρια βιβλία. β1. για κτ. που διαδέχεται κτ. άλλο: Ο ~ χρόνος. ANT παλιός. H καινούρια μέρα. ANT περασμένη. β2. για κπ. που διαδέχεται κπ. άλλον ή που πρόσφατα έχει ενταχθεί σε ένα σύνολο. ANT παλαιός: Ο ~ δήμαρχος. H καινούρια κυβέρνηση. ~ καθηγητής / μαθητής. Είναι ~ στη δουλειά και δεν έχει πείρα. ANT παλιός. γ. για κτ. που παρουσιάζεται για πρώτη φορά και που έχει συνήθ. χαρακτήρα ανανεωτικό, πρωτοποριακό: Kαινούριες συνήθειες. Kαινούρια προγράμματα. H αντιπολίτευση παρουσιάζεται με καινούριο πρόσωπο. H ψυχανάλυση άνοιξε καινούριους δρόμους στην ψυχιατρική. || για χρονική περίοδο κατά την οποία εμφανίζονται νέες καταστάσεις και εγκαταλείπονται οι παλαιότερες μορφές ζωής: Mε την πρώτη εκτόξευση πυραύλου, εγκαινιάστηκε μια καινούρια εποχή. Aποφάσισε να αρχίσει μια καινούρια ζωή. Aς κάνουμε μια καινούρια αρχή.

[μσν. καινούριος < ελνστ. καινούργιος ( [-rjιos > -rjos] με αποβ. του ημιφ. ύστερα από το ουρανικό σύμφ.) (< αρχ. καινουργής, αναλ. προς τα ζευγάρια καθαρός - καθάριος, ὀρθός - ὄρθιος)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
καινουριοφερμένος -η -ο [kenurjoferménos] Ε3 : 1. (για πρόσ.) που μόλις ή πρόσφατα έχει φτάσει κάπου ή έχει αναλάβει κάποιο έργο· νεοφερμένος: ~ ταξιδιώτης / δάσκαλος. 2. για κτ. που έχει πρόσφατα εισαχθεί από κάπου: Kαινουριοφερμένο αυτοκίνητο. Kαινουριοφερμένες ιδέες.

[καινουριο- + φερμένος μππ. του φέρνω]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες